Traduction: du grec sur l'anglais

αἰσχύνει

Regardez d'autres dictionnaires:

  • αἰσχυνεῖ — αἰσχύνω make ugly fut ind mid 2nd sg (attic epic doric ionic) αἰσχύνω make ugly fut ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσχύνει — αἰσχύ̱νει , αἰσχύνω make ugly aor subj act 3rd sg (epic) αἰσχύ̱νει , αἰσχύνω make ugly pres ind mp 2nd sg αἰσχύ̱νει , αἰσχύνω make ugly pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αισχύνω — (Α αἰσχύνω) 1. ντροπιάζω, αμαυρώνω, ρεζιλεύω 2. μέσ. ντρέπομαι, ντροπιάζομαι, αισθάνομαι αισχύνη αρχ. 1. κάνω άσχημο, ασχημίζω, παραμορφώνω («αἱματόεν ρέθος αἰσχύνει» Σοφ. Αντιγόνη, 529) 2. ατιμάζω (γυναίκα), μοιχεύω 3. περιφρονώ, απαξιώ 4. μέσ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.