Traduction: du grec sur l'anglais

de l'anglais sur le grec

λυγρός

Regardez d'autres dictionnaires:

  • λυγρός — λυγρός, ά, όν (Α) 1. καταστρεπτικός, ολέθριος, δεινός, λυπηρός, θλιβερός («ἄλγεα λυγρά», Ομ. Ιλ.) 2. (για πρόσ.) α) επιβλαβής, βλαβερός («τὸν ἀνὴρ κακὸς ἐξαλάωσεν σὺν λυγροῑς ἑτάροισι», Ομ. Οδ.) β) ανίκανος για μάχη, δειλός (οὐδ ἂν ἔγωγε ἀνδρὶ… …   Dictionary of Greek

  • λυγρός — baneful masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυγρά — λυγρός baneful neut nom/voc/acc pl λυγρά̱ , λυγρός baneful fem nom/voc/acc dual λυγρά̱ , λυγρός baneful fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυγρότερον — λυγρός baneful adverbial comp λυγρός baneful masc acc comp sg λυγρός baneful neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυγροτάτων — λυγρός baneful fem gen superl pl λυγρός baneful masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυγρῶν — λυγρός baneful fem gen pl λυγρός baneful masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυγρόν — λυγρός baneful masc acc sg λυγρός baneful neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυγρότατα — λυγρός baneful adverbial superl λυγρός baneful neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυγρότατον — λυγρός baneful masc acc superl sg λυγρός baneful neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυγραῖς — λυγρός baneful fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυγραί — λυγρός baneful fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.