Traduction: du grec

μοιράσειν

  • 1 μοιράσειν

    μοιρά̱σειν, μοιράω
    share: fut inf act (attic epic)
    μοιρά̱σειν, μοιράω
    share: fut inf act (attic epic doric aeolic)
    μοιράζω
    fut inf act (attic epic)

    Morphologia Graeca > μοιράσειν

Regardez d'autres dictionnaires:

  • μοιράσειν — μοιρά̱σειν , μοιράω share fut inf act (attic epic) μοιρά̱σειν , μοιράω share fut inf act (attic epic doric aeolic) μοιράζω fut inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοιράσι — το (Μ μοιράσι) μερτικό, μερίδιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < μοιράσειν, απαρμφ. μέλλ. τού ρ. μοιράζω (πρβλ. γιορτάσι < ἑορτάσειν)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.