Traduction: du grec

σεχταρισμός

Regardez d'autres dictionnaires:

  • σεχταρισμός — ο, Ν βλ. σεκταρισμός …   Dictionary of Greek

  • Сектантство — (греч. σεχταρισμός«учение, направление, школа»)  религиозное течение с иной отличной от неизменного религиозного первоисточника трактовкой Библии, Корана, Веды и т. д. То, что на языке самой церкви называется «ересью». В России… …   Википедия

  • σεκταρισμός — Όρος που χρησιμοποιείται στο εργατικό κίνημα και σημαίνει την απόσπαση ή και την απομόνωση των επαναστατικών εργατικών οργανώσεων από τις εργατικές μάζες. Στα τελευταία χρόνια σεκταριστικές τάσεις εκδηλώθηκαν κυρίως στις χώρες της Ν. Αμερικής,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.