Traduction: du grec


Regardez d'autres dictionnaires:

  • ἐπεισαγωγήν — ἐπεισαγωγή bringing fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επεισαγωγή — ἐπεισαγωγή, η (AM) [επεισάγω] δεύτερος γάμος αρχ. 1. επιπλέον εισαγωγή («ἑτέρων ἰητρῶν ἐπεισαγωγήν», Ιπποκρ.) 2. εισαγωγή νέων προσώπων στη σκηνή 3. μέσο για εισαγωγή, για είσοδο («καὶ πυλίδας ἔχον καὶ ἐσόδους ἐπεσαγωγὰς τῶν πολεμίων», Θουκ.) …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.